Dictionary of Greek. 2013.
ἀπέρωτος — loveless masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
παρανικώ — άω, Α κατανικώ, υποδουλώνω, υποτάσσω («θηλυκρατὴς ἀπέρωτος ἔρως παρανικᾷ κνωδάλων», Αισχύλ.) … Dictionary of Greek